ανοδικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανοδικός ανοδική ανοδικό
γενική ανοδικού ανοδικής ανοδικού
αιτιατική ανοδικό ανοδική ανοδικό
κλητική ανοδικέ ανοδική ανοδικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανοδικοί ανοδικές ανοδικά
γενική ανοδικών ανοδικών ανοδικών
αιτιατική ανοδικούς ανοδικές ανοδικά
κλητική ανοδικοί ανοδικές ανοδικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανοδικός < άνοδος + -ικός < αρχαία ελληνική ἄνοδος < ὁδός (2. αγγλική anodic < anode < αρχαία ελληνική ἄνοδος < ὁδός)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανοδικός, -ή, -ό

  1. που κινείται προς τα πάνω
  2. (φυσική) που έχει σχέση με την άνοδο ή αναφέρεται σ’ αυτή

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]