καθοδικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καθοδικός καθοδική καθοδικό
γενική καθοδικού καθοδικής καθοδικού
αιτιατική καθοδικό καθοδική καθοδικό
κλητική καθοδικέ καθοδική καθοδικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καθοδικοί καθοδικές καθοδικά
γενική καθοδικών καθοδικών καθοδικών
αιτιατική καθοδικούς καθοδικές καθοδικά
κλητική καθοδικοί καθοδικές καθοδικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθοδικός < κάθοδος + -ικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.θɔ.ði.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ka.θɔ.ði.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ka.θɔ.ði.ˈkɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

καθοδικός

  1. έχει κατεύθυνση προς τα κάτω
    η επίδοσή του στα διαγνωνίσματα παρουσιάζει καθοδική πορεία
  2. που έχει κατεύνθση προς το κέντρο της πόλης ή προς τη θάλασσα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]