empire

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: umpire

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

empire (en)



Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
empire empires

empire (fr) αρσενικό

  1. η αυτοκρατορία
    l'empire perse - η περσική αυτοκρατορία
  2. το κράτος, η επίρροια
    Il était sous l'empire de l'alcool.
    Βρισκόταν υπό την επίρροια του οινοπνεύματος.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]