Μετάβαση στο περιεχόμενο

umpire

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

umpire (en)

  1. (αθλητισμός) o διαιτητής σε διάφορα αθλήματα (τένις, κρίκετ, μπέιμπολ) που προΐσταται του αγώνα
  2. διαιτητής, με την έννοια του μεσολαβητή μεταξύ δύο αντιτιθέμενων μερών για υπόθεσή τους

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Διαφοροποιείται από τον referee, το διαιτητή που κινείται σε όλο τον αγωνιστικό χώρο. Ο umpire στέκεται σε ένα μέρος ή κάθεται σε σημείο με επίβλεψη σε όλο τον χώρο.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • empire (αυτοκρατορία)