ανιόν

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανιόν ανιόντα
γενική ανιόντος ανιόντων
αιτιατική ανιόν ανιόντα
κλητική ανιόν ανιόντα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανιόν < αγγλική anion < αρχαία ελληνική ἀνιόν, ουδέτερο μετοχής του ἄνειμι < εἶμι (αντιδάνειο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανιόν ουδέτερο

  1. (φυσική) ιόν με αρνητικό ηλεκτρικό φορτίο που πάει προς την άνοδο κατά τη διαδικασία της ηλεκτρόλυσης
  2. (συνεκδοχικά) (φυσική) οποιοδήποτε άτομο ή ομάδα ατόμων που φέρουν αρνητικό φορτίο

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]