appendage

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

appendage (en)

  1. απόφυση
  2. παράρτημα

Συνώνυμα[επεξεργασία]