απόφυση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απόφυση αποφύσεις
γενική απόφυσης
& αποφύσεως
αποφύσεων
αιτιατική απόφυση αποφύσεις
κλητική απόφυση αποφύσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απόφυση < αρχαία ελληνική ἀπόφυσις < ἀποφύω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈpɔ.fi.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

η σκωληκοειδής απόφυση, κάτω και αριστέρα

απόφυση θηλυκό

  1. (βιολογία), (ζωολογία), (ανατομία): οποιαδήποτε προεκβολή από το σώμα οποιουδήποτε ζώου, π.χ. άκρα, ουρά, κεραίες κ.λπ.
  2. (ανθρωπολογία): φυσιολογικό, μη ανώμαλο εξόγκωμα οστού ή οργάνου του σώματος
    σκωληκοειδής απόφυση, στυλοειδής απόφυση της ωλένης
  3. ...

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]