épine
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| épine | épines |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- épine < μέση γαλλική espine < παλαιά γαλλική espine < λατινική spina
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]épine (fr) θηλυκό
- το αγκάθι
Il n'y a pas de rose sans épines.
Δεν υπάρχει τριαντάφυλλο χωρίς αγκάθια.