Μετάβαση στο περιεχόμενο

épine

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: épiné

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
épine épines

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
épine < μέση γαλλική espine < παλαιά γαλλική espine < λατινική spina

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /eˈpin/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

épine (fr) θηλυκό

  • το αγκάθι
    παράδειγμα Il n'y a pas de rose sans épines.
         Δεν υπάρχει τριαντάφυλλο χωρίς αγκάθια.

Συγγενικά

[επεξεργασία]