Μετάβαση στο περιεχόμενο

applicant

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
applicant applicants

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

applicant (en)

  • ο αιτών, η αιτούσα
    The applicant marks the missing items.
    Ο αιτών επισημαίνει τα στοιχεία που λείπουν.