arme

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

arme 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
arme armes

arme (fr) θηλυκό

  1. το όπλο
  2. (εραλδική) (στον πληθυντικό) σημεία σχετικά με τα οικόσημα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]