Μετάβαση στο περιεχόμενο

asexualité

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
asexualité asexualités

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

asexualité (fr) θηλυκό