Μετάβαση στο περιεχόμενο

asphyxia

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
asphyxia asphyxias

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

asphyxia (en)