Μετάβαση στο περιεχόμενο

assyriologie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
assyriologie assyriologies

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

assyriologie (fr) θηλυκό