astuce

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
astuce astuces

astuce (fr) θηλυκό

  1. η επιτηδειότητα, η οξύνοια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]