at a loss
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]at a loss (en)
- (ιδιωματισμός) βρίσκομαι σε απορία, δεν ξέρω τι να πω ή να κάνω
He was at a loss what to do.
- Βρισκόταν σ' απορία για το τι να κάνει.