at once

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

at once

  1. αμέσως
    • Do it at once
  2. ταυτόχρονα, μεμιάς
    • Could you play and be quite at once