once

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

once (en) (χωρίς παραθετικά)

  1. μία φορά, άπαξ, εφάπαξ
    You can pay the contribution once or in installments.
    Tην εισφορά μπορείς να την πληρώσεις εφάπαξ ή με δόσεις.
  2. κάποτε, άλλοτε, παλιά, κάποτε στο παρελθόν
    He was once popular.
    Ήταν κάποτε δημοφιλής.
    This song was once very popular.
    Αυτό το τραγούδι ήταν άλλοτε μεγάλη επιτυχία.
     συνώνυμα:  formerly, in the past και the old days

Σύνδεσμος[επεξεργασία]

once (en)

Πηγές[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

once (fr) θηλυκό



Ισπανικά (es)[επεξεργασία]

Αριθμητικό[επεξεργασία]

once (es)