atrium

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

atrium (en)

  1. (αρχιτεκτονική) το αίθριο
  2. (ανατομία) ο κόλπος (π.χ. της καρδιάς)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

atrium (fr) αρσενικό

  1. (αρχιτεκτονική) το αίθριο
  2. (ανατομία) ο κόλπος (π.χ. της καρδιάς)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

atrium (la) ουδέτερο