Μετάβαση στο περιεχόμενο

attribuable

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
attribuable attribuables

Επίθετο

[επεξεργασία]

attribuable (fr) αρσενικό ή θηλυκό