αποδιδόμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αποδιδόμενος αποδιδόμενη αποδιδόμενο
γενική αποδιδόμενου αποδιδόμενης αποδιδόμενου
αιτιατική αποδιδόμενο αποδιδόμενη αποδιδόμενο
κλητική αποδιδόμενε αποδιδόμενη αποδιδόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αποδιδόμενοι αποδιδόμενες αποδιδόμενα
γενική αποδιδόμενων αποδιδόμενων αποδιδόμενων
αιτιατική αποδιδόμενους αποδιδόμενες αποδιδόμενα
κλητική αποδιδόμενοι αποδιδόμενες αποδιδόμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποδιδόμενος < μετοχή ενεστώτα του ρήματος αποδίδομαι, παθητικής φωνής του ρήματος αποδίδω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.pɔ.ði.ˈdɔ.mε.nɔs/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αποδιδόμενος -η -ο

  1. που αποδίδεται στο δικαιούχο, σε όποιον οφείλεται
    οι αποδιδόμενες τιμές
    οι αποδιδόμενες ευθύνες
    τα αποδιδόμενα αντικείμενα
    ο αποδιδόμενος φόρος τιμής
    ο αποδιδόμενος φόρος (προς το κράτος)
    το αποδιδόμενο στον Αριστοτέλη κείμενο, είναι άλλου συγγραφέα όπως φαίνεται
    η κατά λέξη αποδιδόμενη φράση στα αγγλικά δεν μεταφέρει το ίδιο νόημα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]