Μετάβαση στο περιεχόμενο

autochtone

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /o.tɔk.tɔn/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
autochtone autochtones

autochtone (fr) αρσενικό ή θηλυκό