avião

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
avião aviões

avião (pt) αρσενικό

  1. το αεροπλάνο

Εκφράσεις[επεξεργασία]