αεροπλάνο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αεροπλάνο αεροπλάνα
γενική αεροπλάνου αεροπλάνων
αιτιατική αεροπλάνο αεροπλάνα
κλητική αεροπλάνο αεροπλάνα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αεροπλάνο < ιταλική aeroplano

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ɛ.ɾɔ.ˈpla.nɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αεροπλάνο ουδέτερο

δύο αεροπλάνα σε σχηματισμό
  1. (αεροπορικός όρος): πτητική συσκευή, βαρύτερη από τον αέρα, που πετά χάρη στην εμφάνιση δυναμικής άνωσης στις επιφάνειες των φτερών του
    το αεροπλάνο' απογειώνεται / προσγειώνεται σε μία ώρα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αεροσκάφος
  2. (αργκό) που είναι σε ένταση, εκνευρισμένος
    με αυτά που κάνουν μ' έχουν κάνει αεροπλάνο

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]