Μετάβαση στο περιεχόμενο

avitaminose

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
avitaminose avitaminoses

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

avitaminose (fr) θηλυκό



Ολλανδικά (nl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˌaː.vi.taː.miˈnoː.zə/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

avitaminose (nl) θηλυκό