bêcher

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /bɛ.ʃe/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

bêcher (fr)

  1. σκάβω, ανασκάπτω
  2. εξευτελίζω κάποιον, τον κάνω κομμάτια