Μετάβαση στο περιεχόμενο

backlog

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
backlog backlogs

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

backlog (en)