baigner

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /bɛ.ɲe/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

baigner (fr)

  1. λούζω
    Il faut baigner le petit. - Πρέπει να λούσουμε το μικρό.
  2. μουσκεύω, μουσκεύομαι
    La féta baigne dans l'huile. - Η φέτα κολυμπάει στο λάδι.
  3. Se baigner λούζομαι, κάνω μπάνιο
    On s'est baigné tout l'après-midi. - Κάναμε μπάνιο όλο το απόγευμα.