λούζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λούζω < αρχαία ελληνική λούω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈlu.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

λούζω (παθητική φωνή: λούζομαι)

  1. (μεταβατικό) πλένω τα μαλλιά
  2. (μεταβατικό) βρέχω πάρα πολύ, μουσκεύω
    τα διερχόμενα αυτοκίνητα με έλουσαν με τα νερά του δρόμου
  3. (μεταβατικό) (μεταφορικά) επιπλήττω έντονα
    τον έλουσε με βρισιές
  4. (μεταβατικό) (μεταφορικά) γεμίζω με άπλετο φως, φωτίζω
    το φως του φεγγαριού έλουζε το μπαλκόνι

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]