bathe

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

ενεστώτας bathe
γ΄ ενικό ενεστώτα bathes
αόριστος bathed
παθητική μετοχή bathed
ενεργητική μετοχή bathing

Ρήμα[επεξεργασία]

bathe (en)

  1. (μεταβατικό) μπανιαρίζω, μπανιάρω
    she bathed the baby - έκανε μπάνιο στο μωρό
  2. (αμετάβατο) κάνω μπάνιο (στη μπανιέρα)
  3. (μεταβατικό) λούζω
    The room was bathed in moonlight. - To δωμάτιο ήταν λουσμένο στο φως.

Συγγενικά[επεξεργασία]