Μετάβαση στο περιεχόμενο

λούω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λούω < αρχαία ελληνική λούω

λούω

  • παρωχημένη, λόγια μορφή του: λούζω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

λούω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *lewh₃-. Συγγενές με το λατινικό lavō, το παλαιό αρμενικό լոգանամ (loganam), και το αγγλοσαξωνικό lēaþor ( > αγγλικό lather)

λούω

  1. λούζω, πλένω
    ※  5ος πκε αιώνας ⌘ Ἱπποκράτης, Περὶ γυναικείης φύσιος, (De natura muliebri), Chapter 70 @scaife.perseus
    Ἢν τὰς ἰξύας ἀλγέῃ, ἄνισον καὶ κύμινον Αἰθιοπικὸν πινέτω, καὶ θερμῷ λουέσθω, καὶ ἀπὸ θερμοῦ πινέτω.
    Αν πονάει στη μέση, ας πίνει άνηθο και κύμινο Αιθιοπικό, και ας λούζεται με ζεστό (νερό), και ας πίνει ζεστά
    Μετάφραση παραθέματος: Βικιλεξικό.
  2. (μεταφορικά) καθαρίζω, κάνω κάτι καθαρό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]