νίπτω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νίπτω < αρχαία ελληνική νίπτω < νίζω

Ρήμα[επεξεργασία]

νίπτω (παθητική φωνή: νίπτομαι)

  • (καθαρεύουσα) νίβω, νίφτω
    απαρχαιωμένος τύπος του ρήματος νίβω, που χρησιμοποιείται συνήθως στη φράση νίπτω τας χείρας μου

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • νίπτω τας χείρας μου: δεν αναλαμβάνω την ευθύνη για ό,τι πρόκειται να συμβεί
σύμφωνα με τις γραφές, αποδίδεται στον Πόντιο Πιλάτο όταν οι Εβραίοι του παρέδωσαν τον Ιησού και εκείνος αρνήθηκε να πάρει την ευθύνη της κρίσης.