bail out

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

bail out (en) και bale out

  1. βγάζω κάποιον από τη φυλακή πληρώνοντας την εγγύηση
  2. (ναυτικός όρος) βγάζω τα νερά από ένα σκάφος
  3. πηδώ με αλεξίπτωτο από ένα αεροπλάνο για να σωθώ
    • 2004, Chris Wallace, Character: Profiles in Presidential Courage
      Holmes bailed out of his fighter and parachuted onto an apartment house.
  4. (ιδιωματικό) διασώζω, κυρίως οικονομικά
    Once again, the industry got itself in trouble and government had to bail it out
  5. (αργκό) κάνω κοπάνα
    I'm going to bail out of class today.