ballottage

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ba.lɔ.taʒ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
ballottage ballottages

ballottage (fr) αρσενικό

  • (σε εκλογικό σύστημα με δύο γύρους) το αρνητικό αποτέλεσμα του πρώτου γύρου όπου κανένας υποψήφιος δεν απέκτησε την απόλυτη πλειοψηφία των ψήφων