Μετάβαση στο περιεχόμενο

befuddle

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

befuddle (en)

  1. μπερδεύω καποιον, του προκαλώ σύγχυση
  2. ζαβλακώνω (κυρίως με αλκοόλ)