beg
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | beg |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | begs |
| αόριστος | begged |
| παθητική μετοχή | begged |
| ενεργητική μετοχή | begging |
beg (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) παρακαλώ, εκλιπαρώ, ικετεύω, ζητώ κάτι από κάποιον, συνήθως με αγωνία ή απελπισία, επειδή το θέλω ή το χρειάζομαι πάρα πολύ
I beg you, forgive me!
- Σε παρακαλώ, συγχώρεσέ με!
”Give me one more chance,” he begged her.
- «Δώσε μου άλλη μία ευκαιρία», την παρακάλεσε.
Now you have to beg and plead.
- Τώρα πρέπει να τους παρακαλέσεις γονατιστός.
She was begging him not to leave her.
- Τον εκλιπαρούσε να μην την εγκαταλείψει.
I begged him not to go.
- Τον ικέτεψα να μην φύγει.
They begged him for mercy.
- Τον ικέτεψαν να τους λυπηθεί.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) ζητιανεύω, ζητάω από κάποιον χρήματα, φαγητό κτλ., ειδικά στον δρόμο
He stands on the side of the road and begs.
- Στέκεται στην άκρη του δρόμου και ζητιανεύει.
- ≈ συνώνυμα: panhandle (αμερικανικά αγγλικά)
Πηγές
[επεξεργασία]
Κοτάβα (avk)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]beg