beg
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | beg |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | begs |
| αόριστος | begged |
| παθητική μετοχή | begged |
| ενεργητική μετοχή | begging |
beg (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) εκλιπαρώ, ζητιανεύω
- (μεταβατικό και αμετάβατο) ζητιανεύω, ζητάω από κάποιον χρήματα, φαγητό κτλ., ειδικά στον δρόμο
He stands on the side of the road and begs.
- Στέκεται στην άκρη του δρόμου και ζητιανεύει.
- ≈ συνώνυμα: panhandle (αμερικανικά αγγλικά)
Πηγές
[επεξεργασία]
Κοτάβα (avk)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]beg