Μετάβαση στο περιεχόμενο

beg

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας beg
γ΄ ενικό ενεστώτα begs
αόριστος begged
παθητική μετοχή begged
ενεργητική μετοχή begging

beg (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) εκλιπαρώ, ζητιανεύω
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) ζητιανεύω, ζητάω από κάποιον χρήματα, φαγητό κτλ., ειδικά στον δρόμο
    παράδειγμα  He stands on the side of the road and begs.
    Στέκεται στην άκρη του δρόμου και ζητιανεύει.
     συνώνυμα: panhandle (αμερικανικά αγγλικά)



Κοτάβα (avk)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

beg