Μετάβαση στο περιεχόμενο

beg

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας beg
γ΄ ενικό ενεστώτα begs
αόριστος begged
παθητική μετοχή begged
ενεργητική μετοχή begging

beg (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) παρακαλώ, εκλιπαρώ, ικετεύω, ζητώ κάτι από κάποιον, συνήθως με αγωνία ή απελπισία, επειδή το θέλω ή το χρειάζομαι πάρα πολύ
    παράδειγμα  I beg you, forgive me!
    Σε παρακαλώ, συγχώρεσέ με!
    παράδειγμα  ”Give me one more chance,” he begged her.
    «Δώσε μου άλλη μία ευκαιρία», την παρακάλεσε.
    παράδειγμα  Now you have to beg and plead.
    Τώρα πρέπει να τους παρακαλέσεις γονατιστός.
    παράδειγμα  She was begging him not to leave her.
    Τον εκλιπαρούσε να μην την εγκαταλείψει.
    παράδειγμα  I begged him not to go.
    Τον ικέτεψα να μην φύγει.
    παράδειγμα  They begged him for mercy.
    Τον ικέτεψαν να τους λυπηθεί.
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) ζητιανεύω, ζητάω από κάποιον χρήματα, φαγητό κτλ., ειδικά στον δρόμο
    παράδειγμα  He stands on the side of the road and begs.
    Στέκεται στην άκρη του δρόμου και ζητιανεύει.
     συνώνυμα: panhandle (αμερικανικά αγγλικά)



Κοτάβα (avk)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

beg