bible

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
bible bibles

bible (fr) θηλυκό

  1. (με κεφαλαίο) η Βίβλος
  2. το βιβλίο
  3. ένα βιβλίο που συγκεντρώνει πολλές πληροφορίες πάνω σε έναν τομέα