blâme

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
blâme blâmes

blâme (fr) αρσενικό

  1. μομφή, κατάκριση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]