blog
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- blog < σύντμηση του weblog
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]blog (en)
- (διαδίκτυο) το ιστολόγιο, το μπλογκ
I want to link my blog to your website.
- Θέλω να συνδέσω το μπλογκ μου με την ιστοσελίδα σου.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]blog (en)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
blog στην αγγλική Βικιπαίδεια

Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| blog | blogs |
blog (fr) αρσενικό
- (πληροφορική) το ιστολόγιο, το μπλογκ