Μετάβαση στο περιεχόμενο

boar

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
boar boars

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

boar (en)