Μετάβαση στο περιεχόμενο

bonniche

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
bonniche < bonne

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
bonniche bonniches

bonniche (fr) θηλυκό

  1. η υπηρέτρια
  2. η παραδουλεύτρα