borea

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

borea < λατινική boreas < αρχαία ελληνική Βορέας

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

borea (it)

  1. βόρειος παγωμένος άνεμος