braccio

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

braccio (it) αρσενικό (πληθυντικός: le braccia)

Παράγωγα

[επεξεργασία]