bruma

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

bruma < λατινική bruma

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈbru.ma/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bruma (it) θηλυκό (πληθυντικός brume)

Πηγές[επεξεργασία]

  • «bruma» - Vocabolario Treccani online, Istituto dell'Enciclopedia Italiana.