butcher

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

butcher (en)

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

butcher (en)

  • σφάζω ζώα και ετοιμάζω το κρέας για τους αγοραστές
  • σφαγιάζω κάποιον, τον σκοτώνω με ειδεχθή τρόπο