χασάπης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χασάπης χασάπηδες
γενική χασάπη χασάπηδων
αιτιατική χασάπη χασάπηδες
κλητική χασάπη χασάπηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χασάπης < τουρκική kasap < αραβική قصاب (qaṣṣāb) < αραμαϊκά קצבא / ܩܰܨܳܒܳܐ (qaṣṣābā)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χασάπης αρσενικό

  1. ο κρεοπώλης
  2. (μεταφορικά) ο σφαγιαστής ανθρώπων
  3. (μεταφορικά) ο κακός γιατρός, ιδίως ο χειρουργός που ευθύνεται για θανάτους ασθενών
  4. (μεταφορικά) ο μηχανικός προβολής κινηματογραφικών ταινιών που έχει κόψει σημαντικά τμήματα από μια ταινία ή δεν καδράρει σωστά, με αποτέλεσμα να χάνεται ένα μέρος του πλάνου, ιδίως αυτό που περιέχει τους υπότιτλους
    Χασάπη, γράμματα!

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]