Μετάβαση στο περιεχόμενο

caoutchouc

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
caoutchouc < (άμεσο δάνειο) ισπανική caucho < πιθανώς κέτσουα k’awchu.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ka.uˈtʃu/
τυπογραφικός συλλαβισμός: caouchouc

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
caoutchouc caoutchoucs

caoutchouc (fr) αρσενικό