caoutchouc
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- caoutchouc < (άμεσο δάνειο) ισπανική caucho < πιθανώς κέτσουα k’awchu.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ka.uˈtʃu/ ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ca‐ou‐chouc
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| caoutchouc | caoutchoucs |
caoutchouc (fr) αρσενικό
Πηγές
[επεξεργασία]- caoutchouc - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
- caoutchouc - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online