cech

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

cech < αρχαία γερμανική zeche

Προφορά[επεξεργασία]

cech 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cech (pl) αρσενικό

  1. συντεχνία

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

cech (pl)



Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

cech 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cech (cs) αρσενικό

  1. συντεχνία