cecha

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

cecha < παλαιά γερμανική zēche (αναγνωριστικό σήμα, σημάδι)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈʦɛ.xa/
Ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cecha (pl) θηλυκό

  1. το χαρακτηριστικό, η ιδιότητα
  2. (μαθηματικά) το ακέραιο μέρος (συνήθως μόνο για τους λογάριθμους)