Μετάβαση στο περιεχόμενο

cellophane

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

cellophane (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
cellophane cellophanes

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

cellophane (fr) θηλυκό