Μετάβαση στο περιεχόμενο

cessible

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
cessible cessibles

Επίθετο

[επεξεργασία]

cessible (fr) αρσενικό ή θηλυκό